ΜΙΑ ΦΟΡΑ κι έναν καιρό ήταν ένα καπέλο. Ήταν φτιαγμένο απ’ το καλύτερο μετάξι κι έλαμπε σαν καθρέφτης. Είχε λευκή μεταξωτή φόδρα και στο κέντρο της μια χρυσή σφραγίδα που έλεγε ότι το καπέλο ήταν απ’ το Παρίσι. Μεταξύ μας όμως δεν ήταν απ’ το Παρίσι περισσότερο απ’ ό,τι τα άλλα καπέλα. Η σφραγίδα μόνο ήταν απ’ εκεί. Στον κόσμο μας όμως αυτό που μετράει πάνω απ’ όλα είναι η σφραγίδα. Ίσως γι’ αυτό όλος ο κόσμος το κοίταζε και το θαύμαζε. Κι αυτό στεκόταν περήφανο στο ράφι, ανάμεσα στα άλλα καπέλα που δεν ήταν από το Παρίσι, αλλά από το Ελσίνκι.

«Μη μ’ ακουμπάτε! συνήθιζε να τους λέει. Εγώ είμαι από το Παρίσι. Πρόγονοί μου ήταν οι μεταξοσκώληκες του αυτοκράτορα της Κίνας. Καταλαβαίνετε, φτωχά!»
Τα άλλα καπέλα έκαναν όσο μπορούσαν στην άκρη και σκέφτονταν: «Αυτό είναι πολύ υψηλό καπέλο. Οι πρόγονοί του ήταν μεταξοσκώληκες, ενώ οι δικοί μας απλά σκουληκάκια. Έχουμε τεράστια διαφορά. Ας το αφήσουμε στην ησυχία του».
Μια μέρα ήρθε στο καπελάδικο ένας χωρικός.
«Θέλω ένα όμορφο καπέλο» είπε, «γιατί την επόμενη βδομάδα θα γίνω κουμπάρος».
«Γι’ αυτή την περίπτωση έχω εδώ ένα καπέλο απ’ το Παρίσι» είπε ο καταστηματάρχης.
«Υπέροχα!» φώναξε ο χωρικός και το φόρεσε. «Τι όμορφο που είναι! Τι μαλακό! Θα κοστίζει σίγουρα ένα ασημένιο ρούβλι!»
«Πέντε!» είπε ο καταστηματάρχης.
«Πέντε; Όσο ο μισθός μιας καθαρίστριας. Ευχαριστώ πολύ, αλλά εγώ κερδίζω μόνος μου τα χρήματά μου και ξέρω πώς να τα ξοδεύω».
Στο τέλος αγόρασε ένα γκρίζο καβουράκι, που ήταν το φθηνότερο απ’ όλα. Του έβαλε ένα κόκκινο φτερό από κόκορα και μια κίτρινη τουλίπα και πήρε ευχαριστημένος τον δρόμο του.
Το καπέλο απ’ το Παρίσι ένιωσε να του φεύγει μια πέτρα απ’ την καρδιά. Τι θα έλεγαν οι πρόγονοί του οι μεταξοσκώληκες, αν είχε αναγκαστεί να σκεπάζει τα αχτένιστα μαλλιά ενός χωριάτη! Το καβουράκι ήταν ό,τι έπρεπε, γιατί, αν και είχε τόσο σπουδαίο όνομα, δεν είχε καθόλου ανατροφή. Ήταν μόνο ένα στρογγυλό πράγμα που ταίριαζε θαυμάσια -με το φτερό και την τουλίπα- στο κεφάλι ενός χωριάτη.
«Θα ήθελα να ήξερα ποια θα είναι η τύχη μου» μουρμούρισε το καπέλο απ’ το Παρίσι. «Κανείς δεν είναι άξιός μου σ’ αυτόν τον κόσμο!»
Τελικά μπήκε στο καπελάδικο ένας κύριος, που ήταν… σταθείτε… ήταν μαρκήσιος.
«Μάλλον δεν έχετε καπέλα!» είπε ο μαρκήσιος στον καταστηματάρχη.
«Αν ο εντιμότατος κύριος ήθελε να ρίξει μια ματιά στα ράφια…»
«Τι; Δεν νομίζω να εννοείτε αυτά τα καπέλα! Ταιριάζουν μόνο σε άξεστους! Δεν έχετε τίποτα απ’ το Παρίσι;»
«Βεβαίως. Να, εδώ, ένα καπέλο απ’ το Παρίσι!»
«Για δες! Ίσως και να μου κάνει. Θα κοστίζει σίγουρα δέκα ασημένια ρούβλια».
«Ναι! Ακριβώς τόσο!»
«Πολύ καλά. Θα το πάρω. Άκου, φίλε μου, σημείωσε το στον λογαριασμό μου».
Πήρε λοιπόν το καπέλο κι έφυγε.
«Τι καλά!» σκέφτηκε το καπέλο απ’ το Παρίσι. «Τέτοιος υψηλός κύριος μου ταιριάζει! Αχ! και να έβλεπαν οι πρόγονοί μου οι μεταξοσκώληκες τέτοιες τιμές!» Και την ίδια στιγμή αναστέναξε τόσο, που η άσπρη, μεταξωτή του φόδρα με τη χρυσή σφραγίδα έτριξε.
Ο μαρκήσιος έκανε μια βόλτα στην πόλη με το καπέλο στο κεφάλι μέσα σε μια μικρή άμαξα που είχε βέβαια επίχρυσες ρόδες. Όλος ο κόσμος τον κοίταζε με θαυμασμό κι έλεγε:
«Τι όμορφο καπέλο!»
Το καπέλο άκουγε και κορδωνόταν τόσο πολύ, που σκίστηκε η δερμάτινη κορδέλα του από μέσα.
«Δυστυχία μου! Σκίζομαι, χαλάω! Δεν μου ταιριάζουν εμένα τέτοια. Εγώ έχω ανατροφή!» μουρμούρισε.
Ο μαρκήσιος έκανε παρέα με ανθρώπους του καλού κόσμου. Ένα βράδυ λοιπόν το καπέλο βρέθηκε να κάνει συντροφιά με άλλα γυναικεία καπέλα στο χολ ενός αρχοντικού. Το ωραιότερο απ’ αυτά ήτανε μια ροζ μεταξωτή τόκα που από μέσα είχε φόδρα με άσπρα τριανταφυλλάκια. Μιλούσε γαλλικά, γιατί στον οίκο μόδας που την έραψαν διάβαζαν γαλλικά περιοδικά. Το καπέλο του μαρκήσιου προσπαθούσε ν’ αποκτήσει την εύνοια των γυναικείων καπέλων, μα περισσότερο απ’ όλα φλέρταρε τη ροζ τόκα.
«Εμείς οι δυο μπορούμε να γίνουμε ζευγάρι» είπε με τους καλούς του τρόπους και ζάρωσε μέσα κι έξω. Τόσο δυνατά ήταν τα αισθήματά του.
Η ροζ τόκα κούνησε όλο κομψότητα τις κορδέλες της και είπε:
«Je vous aime!” Μ’ άλλα λόγια: «Έχεις λεφτά;»
«Τι να τα κάνω!» απάντησε το καπέλο απ’ το Παρίσι. «Έχω άσπρη μεταξωτή φόδρα με χρυσή σφραγίδα. Κι εκτός αυτού, είμαι από το Παρίσι. Πρόγονοί μου ήταν οι μεταξοσκώληκες του αυτοκράτορα της Κίνας».
«Me voila!» είπε η ροζ τόκα. «Θα σε πάρω, υπό τον όρο ότι θα ζούμε χωριστά, ο καθένας στο ντουλάπι του, και θα πηγαίνουμε μαζί στο θέατρο -με τους κυρίους μας βέβαια- ή θα βλεπόμαστε καμιά φορά στο χολ».
Έτσι τα δυο καπέλα αρραβωνιάστηκαν!
Γεμάτο ευτυχία το καπέλο απ’ το Παρίσι ακολούθησε τον κύριό του στο σπίτι. Την άλλη μέρα το πρωί όμως, νωρίς νωρίς, ο άξεστος δήμαρχος της πόλης ήρθε στο σπίτι του μαρκήσιου κι έκλεψε ό,τι υπήρχε. Είκοσι ζευγάρια γαλλικά γάντια, δεκαέξι βελάδες, δεκατέσσερα μεταξωτά γιλέκα, μια ντουζίνα επιστήθια, γιακάδες, κασκόλ, μια κιθάρα, τέσσερα μυθιστορήματα, ένα ψεύτικο μουστάκι και το καπέλο απ’ το Παρίσι. Τα πήγε όλα στην αίθουσα πλειστηριασμού, όπου έπρεπε να πουληθούν για να πληρωθούν τα χρέη του μαρκήσιου.
«Πω! πω! δυστυχία!» μουρμούρισε το καπέλο. Τι θα έλεγαν οι πρόγονοί μου οι μεταξοσκώληκες, αν το ήξεραν; Παρηγορήθηκε όμως με τη σκέψη πως αυτός που θα το αγόραζε θα πλήρωνε πολλά.
Έφτασε λοιπόν η μέρα του πλειστηριασμού. Μαζεύτηκε κόσμος πολύς, αλλά όλα ξεπουλήθηκαν μισοτιμής, γιατί ο μαρκήσιος ήτανε τόσο ψηλός κι αδύνατος, που τα γάντια και οι βελάδες του δεν έκαναν σε κανέναν. Στο τέλος πουλήθηκε και το καπέλο. Ένας χασάπης πρόσφερε δέκα καπίκια, όμως ένας βυρσοδέψης πρόσφερε περισσότερα και τελικά το καπέλο πουλήθηκε για ένα ασημένιο ρούβλι. Ήταν κι αυτό κάτι. Η τελευταία προσφορά έγινε από έναν υπηρέτη με λιβρέα.
«Πω! πω! μουρμούρισε το καπέλο. Τι θα έλεγαν οι πρόγονοί μου»!
Δεν πρόλαβε όμως να πει τίποτα περισσότερο. Ο υπηρέτης το πήρε στα χέρια του κι άρχισε να το εξετάζει μέσα κι έξω λέγοντας:
«Τι στο καλό! Η κορδέλα του είναι σκισμένη και η φόδρα του ζαρωμένη!»
Πού να ξέρει ο υπηρέτης ότι όλ’ αυτά τα είχε προκαλέσει η περηφάνια του!
Τι να κάνει το καπέλο! Παρηγορήθηκε, όταν είδε πως ο καινούριος του κύριος είχε χρυσά σιρίτια στο γιακά κι ακόμα περισσότερο όταν του πρόσθεσε ένα ψεύτικο εθνόσημο για στολίδι.
Η μοίρα όμως έπαιξε το παιχνίδι της. Ο υπηρέτης που το αγόρασε ήταν υπηρέτης της κυρίας που είχε τη ροζ τόκα, με την οποία το καπέλο μας είχε αρραβωνιαστεί.
«Αγαπημένη μου! αγαπημένη μου! δεν με βλέπεις; Είμαι εδώ!» είπε σκούζοντας το καπέλο. Έπρεπε να το ξέρει αυτή η ανόητη πως είμαι απ’ το Παρίσι και πως πρόγονοί μου ήταν οι μεταξοσκώληκες του αυτοκράτορα της Κίνας!
Ο υπηρέτης δεν έκανε παρέα με τόσο καλό κόσμο όσο ο μαρκήσιος. Καμιά φορά περνούσε σκαστός από κανένα ταβερνείο. Εκεί, το καπέλο αναγκαζόταν να συναναστρέφεται άξεστους χωρικούς, έπεφτε πάνω του κρασί και τσίπουρο κι έτσι δοκίμασε για πρώτη φορά τη γεύση του αλκοόλ. Κάθε φορά όμως που έπινε ένα ποτήρι σκεφτόταν:
Δεν θα μεθύσω τόσο που να φαίνεται. Εγώ είμαι απ’ το Παρίσι! Έχω ανατροφή. Ξέρω τι μου ταιριάζει!
Το καημένο το καπέλο! Μεθούσε και του φαινόταν. Η μεταξένια φόδρα του γέμισε λεκέδες κρασιού, γέμισε λαδιές, και τη χρυσή του σφραγίδα την πήρε η ταβερνιάρισσα και την έβαλε στο πώμα μιας μπουκάλας για να νομίζουν οι πελάτες πως το κρασί ήταν απ’ το Παρίσι.
Μια βραδιά το πήρε κατά λάθος κάποιος άλλος κι έπειτα το έβαλε ενέχυρο σ’ έναν Εβραίο για είκοσι καπίκια. Ο Εβραίος είχε κατανόηση. Ήξερε να κερδίζει. Το καθάρισε και το πούλησε για πενήντα καπίκια σ’ εκείνον τον χασάπη, που είχε προσφέρει στον πλειστηριασμό δέκα καπίκια. Ο χασάπης είχε μια υπηρέτρια που είχε αγοράσει από μια καμαριέρα ένα παλιομοδίτικο, φθαρμένο μεταξωτό καπέλο. Ήταν βέβαια η ροζ τόκα, η αρραβωνιαστικιά του φίλου μας, η οποία γρήγορα κατάλαβε ότι είχε ξαναβρεί το ταίρι της.
«Ah, monsieur!» είπε, «comment vous portez-vous;» Μ’ άλλα λόγια: «Με ξαναβρήκες!»
Βλέπετε, δεν είχε ξεχάσει τις παλιές τις συνήθειες. Μιλούσε πάντα γαλλικά. Αλλά το καπέλο απ’ το Παρίσι δεν άκουγε πια καλά.
«Καπέλο υπηρέτριας!» είπε, «το ξέρεις πως είμαι απ’ το Παρίσι και πως πρόγονοί μου ήταν οι μεταξοσκώληκες του αυτοκράτορα της Κίνας; Το καταλαβαίνεις εσύ, παλιομοδίτικο, ξεθωριασμένο καπέλο; Δεν σου έχουν απομείνει ούτε οι μεταξωτές σου κορδέλες!»
«Κι εσύ δεν έχεις πια τη σφραγίδα σου!» είπε η μεταξένια τόκα, η οποία πάνω στο θυμό της ξέχασε ότι μιλούσε μόνο γαλλικά.
Ναι, αν είχε τη σφραγίδα του όλα θα ήταν καλά, γιατί ο χασάπης ήταν καλός άνθρωπος και το βούρτσιζε κάθε Κυριακή. Τι αξίζει όμως κανείς σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς σφραγίδα; Έτσι πίστευε το καπέλο απ’ το Παρίσι και γι’ αυτό δεν ήταν ευτυχισμένο μ’ αυτόν τον κύριο. Άρχισε να σκέφτεται πώς θα μπορούσε να δραπετεύσει και η ευκαιρία δεν άργησε να ’ρθει. Ένα σκοτεινό βράδυ, που ο χασάπης επέστρεφε από μια κηδεία, το καπέλο εκμεταλλεύθηκε το ελαφρύ αεράκι που φυσούσε και δραπέτευσε. Όλα ήταν σκοτεινά. Είχε αποφασίσει πως έπρεπε να ξαναπέσει στα χέρια ενός μαρκησίου, γι’ αυτό γύριζε στους δρόμους. Πω! πω! τι ταξίδι ήταν αυτό! Ο δρόμος ήτανε λασπωμένος. Όσο κι αν προσπαθούσε να μη λερωθεί και παρά τους λεπτεπίλεπτους, παρισινούς του τρόπους, δεν το κατόρθωσε. Εκεί που ήταν έτοιμο να μπει σε μια πόρτα, συνέβη το ατύχημα. Μια άμαξα πέρασε από πάνω του. Το καπέλο βρέθηκε μισοπεθαμένο και καταζαρωμένο μέσα στη βρώμα του δρόμου. Δεν μπορούσε καλά καλά να σκεφτεί, αλλά το πρώτο που πέρασε από το μυαλό του ήταν τι θα έλεγαν οι πρόγονοί του οι μεταξοσκώληκες…
Κάποια στιγμή επιτέλους ξημέρωσε. Πέρασε τότε από τον δρόμο ένας νεαρός καπνοδοχοκαθαριστής. Πρόσεξε το καημένο το καπέλο και το σήκωσε.
«Είναι λίγο χαλασμένο», είπε, «αλλά είναι ό,τι πρέπει για την καπνοδόχο».
«Τι μας λες, καλέ! φώναξε το καπέλο. Εγώ είμαι απ’ το Παρίσι, έχω ανατροφή και οι πρόγονοί μου ήταν αυτοκρατορικοί μεταξοσκώληκες!
«Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι πρόγονοί σου» είπε ο καπνοδοχοκαθαριστής! «Κάτι πρέπει να σε κάνω. Α! το βρήκα! Θα σε χρησιμοποιήσω για να μεταφέρω την καπνιά!»
«Τρελάθηκες; Εγώ είχα χρυσή σφραγίδα κι άσπρη μεταξένια φόδρα» είπε το καπέλο έκπληκτο.
«Και τι με νοιάζει εμένα!» είπε ο καπνοδοχοκαθαριστής και το γέμισε καπνιά!
Ο καπνοδοχοκαθαριστής ήταν ένα κοντούλικο, γελαστό αγόρι, που του άρεσε να τραγουδάει χαρούμενα τραγούδια, βγαίνοντας από την σκοτεινή καπνοδόχο. Μια μέρα στεκόταν στην ψηλότερη καπνοδόχο της πόλης.
«Αφού είμαι σε τόσο υψηλή θέση, μου ταιριάζει λίγο καλύτερο ντύσιμο» είπε. Τίναξε λοιπόν την καπνιά από το καπέλο και το φόρεσε. Έτσι το καπέλο απ’ το Παρίσι κατόρθωσε για μια ακόμη φορά στη ζωή του να φτάσει ψηλά. Την ίδια όμως στιγμή φύσησε αέρας και το πήρε μακριά. Ο καπνοδοχοκαθαριστής δεν το ξαναείδε. Ούτε κι εγώ. Πέταξε μακριά, πολύ μακριά, κι έφτασε στο φεγγάρι. Έκπληκτοι το είδαν ξαφνικά μπροστά τους ο γέρος και η γριά του φεγγαριού.
«Τι είναι αυτό το πράγμα που πετάει;» φώναξαν.
«Δεν ξέρετε πως είμαι απ’ το Παρίσι; Έχω ανατροφή και γνωρίζω τι μου ταιριάζει! Είχα χρυσή σφραγίδα και πρόγονοί μου ήταν οι μεταξοσκώληκες του αυτοκράτορα της Κίνας!»
«Ναι! Σίγουρα! Σου φαίνεται!» απάντησαν.
Μετ. Μαρία Μαρτζούκου