Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο του φινλανδού δημοσιογράφου και φωτογράφου Ι.Κ. Ίνχα “Ελλάδα Ι”. Εκδόθηκε το 1899 στη σειρά “Γεωγραφικές παρατηρήσεις” της Εταιρίας Δια Βίου Μάθησης. Ο Ίνχα ήρθε στην Ελλάδα την άνοιξη του 1897 ως απεσταλμένος της εφημερίδας “Uusi Suometar” στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Μαζί του σ’ αυτή την επίσκεψη στην Ελευσίνα ήταν κατά πάσα πιθανότητα οι φινλανδοί γιατροί Ρίτσαρντ Φαλτίν, Γιάλμαρ φον Μπόνσντορφ και Μπίργκερ Πεντζίν, καθώς και οι νοσοκόμες Γκέρτρουντ Μπρούνου και Άννα Φάλκεν, απεσταλμένοι του Φινλανδικού Ερυθρού Σταυρού.
Κυριακή στην Ελευσίνα
Ανησυχούσαμε για τον καιρό, αλλά ο ανοιξιάτικος αττικός ουρανός έδειχνε πως δεν υπήρχε λόγος. Το πρωί όντως έβρεχε και η εκτυφλωτική λευκή σκόνη που καλύπτει τους δρόμους της Αθήνας είχε μεταβληθεί σε λευκή λάσπη δίνοντας δουλειά στους λούστρους που είχαν γεμίσει το πάνω μέρος της πλατείας Συντάγματος. Η βροχή όμως σταμάτησε, ο καιρός άλλαξε – ευχάριστος ανοιξιάτικος καιρός και μια αραιή συννεφιά να εμποδίζει την πολλή ζέστη.
Μπροστά στο ξενοδοχείο μας ήρθαν δύο τετραθέσια λαντό, σαν αυτά που χρησιμοποιούσαν οι αμαξάδες της Αθήνας. Αφού συμφωνήσαμε με τους αμαξάδες, που φορούσαν ψηλά κυλινδρικά καπέλα, γυαλιστερά κουμπιά και διέθεταν επαγγελματικές κάρτες στα γαλλικά, την αμοιβή τους, ώστε να μην έχουμε προβλήματα εκ των υστέρων, κι αφού μας έφεραν από το ξενοδοχείο ένα μεγάλο καλάθι με καλοδιαλεγμένα φαγητά και κρασί από το κατάστημα «Σόλων και Υιός» σχεδόν στην τιμή ενός άδειου μπουκαλιού, κινήσαμε διασχίζοντας τους δρόμους της Αθήνας. Γλυκές μυρωδιές πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα, η Ακρόπολη με τα υπέροχα μνημεία της μας κοίταζε από ψηλά, ήμασταν έξι χαρούμενοι Φινλανδοί. Όταν αισθάνεσαι οικεία στη συντροφιά τα βλέπεις και τα θυμάσαι όλα καλύτερα. Το μόνο που μας ενοχλούσε ήταν τα αδύναμα άλογα. Η κυβέρνηση είχε στείλει όλα τα καλά άλογα στον πόλεμο και στους αμαξάδες είχαν απομείνει τα αδύναμα, που κρατιόνταν με το ζόρι στα πόδια τους.
Οι άμαξές μας κυλούσαν ακόμα ανάμεσα από τα χαμόσπιτα στην αρχαία συνοικία του Κεραμικού, που σήμερα βρίσκεται στις παρυφές της Αθήνας. Εκεί έχει έρθει στο φως μια σειρά υπέροχων αρχαίων επιτύμβιων στηλών με τα γλυπτά τους. Έπειτα ακολουθήσαμε την Ιερά Οδό, που οδηγεί στην Ελευσίνα και τη Θήβα. Το όνομά του αυτός ο δρόμος το έχει διατηρήσει από την εποχή της ακμής της Αθήνας, όταν περνούσαν από εκεί οι μεγάλες θρησκευτικές πομπές που κατέληγαν στην Ελευσίνα, στον ξακουστό ναό των Μυστηρίων, όπου τελούνταν πολυήμερες λατρευτικές δραστηριότητες. Ο σημερινός δρόμος περνάει σχεδόν στο σύνολό του πάνω από την αρχαία Ιερά Οδό.
Στον κάμπο ανάμεσα στην Αθήνα και το όρος Αιγάλεω διασχίζουμε έναν μεγάλο ελαιώνα και περνάμε σε τρία σημεία ένα ποτάμι που ονομάζεται Κηφισός. Τα νερά του οδηγούνται με τόση ακρίβεια στην άρδευση του ελαιώνα, ώστε κάτω από τις γέφυρες δεν τρέχει σχεδόν καθόλου. Ολόγυρα από τη ρίζα των ελαιοδέντρων κατασκευάζονται μικρά αναχώματα και το νερό παραμένει εκεί μέχρι να απορροφηθεί σιγά σιγά από το έδαφος. Όπως λένε οι αμαξάδες, σ’ αυτό τον ελαιώνα υπάρχουν δέντρα ηλικίας εκατοντάδων, ακόμα και χιλιάδων ετών. Σε μια από τις γέφυρες του Κηφισού συνήθιζαν οι Αθηναίοι να περιμένουν την ιερή πομπή που επέστρεφε από την Ελευσίνα και να χαιρετούν λέγοντας κάθε είδους αστεία, στα οποία οι προσκυνητές προσπαθούσαν να απαντήσουν ανάλογα με τις ικανότητές τους.
Οι παρυφές της Ιεράς Οδού ήταν στην αρχαιότητα γεμάτες τάφους, βωμούς και ναΐσκους, οι θέσεις των οποίων διακρίνονται ακόμα. Τώρα ο δρόμος είναι έρημος, έτσι όμως προσέχουμε περισσότερο τις λεπτομέρειες.
Αφού αφήσαμε πίσω μας τον ελαιώνα και τα άγονα χωράφια, ο δρόμος άρχισε να ανηφορίζει σταδιακά προς την κοιλάδα του Δαφνίου, που κόβει το Αιγάλεω όρος. Και στις δύο πλευρές του δρόμου, μακριά όσο βλέπει το μάτι, δεν υπάρχει τίποτα άλλο από καφέ χώμα και μισόξερο χορτάρι. Ούτε θάμνοι ούτε δέντρα ούτε σπίτια. Αυτή είναι η ξακουστή Αττική; Καθώς ανεβαίνουμε η Πάρνηθα χάνεται, αλλά το Πεντελικό διακρίνεται πίσω από τον καφετί κάμπο γαλαζωπό κι ανάλαφρο σε όλη του την ομορφιά. Αριστερά βλέπουμε τον Πειραιά, όπου υψώνονται οι καμινάδες των εργοστασίων –παράξενο θέαμα στην Ελλάδα–, καθώς και τον Φαληρικό κόλπο, τη Σαλαμίνα και την Αίγινα. Πίσω όμως η θέα είναι άκρως ενδιαφέρουσα. Διακρίνεται η Αθήνα με τα μνημεία και τους γνωστούς λόφους της και πίσω ο μεγαλοπρεπής Υμηττός. […]
Αφού φτάσαμε στο τέλος μιας μεγάλης ανηφόρας, η θέα εξαφανίστηκε. Ο δρόμος περνάει από τα στενά του Δαφνίου, τα οποία περικλείουν λόφοι μέτριου ύψους. Τα στενά δεν είναι σε πολύ μεγαλύτερο βάθος από την πεδιάδα. Έπειτα από λίγο αρχίζει μια ελαφριά κατηφόρα, που συνεχίζεται για πολλά βέρστια. Στο κέντρο των στενών σταματάμε όμως για φαγητό, σε απόσταση περίπου ενάμισι μιλίου από την Αθήνα. Εκεί υπάρχει ένα πανδοχείο όπου μπορείς να αγοράσεις καφέ, κρασί, φρούτα, καθώς κι ένα κατάστημα. Ο λόφοι είναι καταπράσινοι, γεμάτοι πεύκα. Μια καθαρή πηγή προσφέρει τρεχούμενο νερό σε άλογα και ανθρώπους. Λίγο πιο πέρα, δίπλα στον δρόμο, βρίσκεται η έρημη μονή του Δαφνίου, την οποία επισκεφτήκαμε όσο έτρωγαν τα άλογα. Είναι χτισμένη στη θέση ενός αρχαίου ιερού του Απόλλωνα, θραύσματα από τους κίονές του οποίου έχουν επαναχρησιμοποιηθεί. Η μονή χτίστηκε κατά τον Μεσαίωνα έπειτα από ενέργειες ενός φράγκου δούκα. Οι τοίχοι του και ο τρούλος είναι διακοσμημένα με πολύτιμα βυζαντινά ψηφιδωτά, τα οποία λόγω έλλειψης συντήρησης σιγά σιγά πέφτουν. Από τα στενά του Δαφνίου ο δρόμος κατηφορίζει προς την Ελευσίνα.
Η γαλάζια επιφάνεια του κόλπου της Ελευσίνας αρχίζει να λάμπει ανάμεσα στους δασώδεις λόφους. Στο πιο στενό σημείο της πορείας μας εξετάζουμε τα κατάλοιπα ενός αρχαίου ναού της Αφροδίτης. Μόνο λίγες θεμελιώσεις έχουν απομείνει καθώς και αρκετές υπόγειες δεξαμενές κάτω από τον ναό, μέσα στις οποίες μπορεί να κοιτάξει κανείς από τα πολλά ανοίγματα. Από τη μεγάλη οχιά που βλέπουμε στο βάθος να έχει τυλιχτεί γύρω από έναν μεγάλο βάτραχο μαγεύοντάς τον με το επιβλητικό της βλέμμα, συμπεραίνουμε πως δεν έχουν πια ούτε σταγόνα νερού και βρίσκονται στο έλεος των ερπετών. Στον βράχο δίπλα από τον ναό διακρίνονται ακόμα πολλές οπές μικρού βάθους. Εκεί τοποθετούσαν οι προσκυνητές της Αφροδίτης τα αναθήματα που πρόσφεραν στη θεά της ομορφιάς.
Η κατηφόρα είναι πιο απότομη από την ως τώρα ανηφόρα, καθώς ο δρόμος συνεχίζεται προς την Ελευσίνα περνώντας ανάμεσα από γυμνούς απελπιστικά βραχώδεις λόφους σε καφετί χρώμα. Πίσω από τον κόλπο αρχίζει να διακρίνεται η Ελευσίνα, χτισμένη στην ίδια θέση με την αρχαία πόλη. […]
Μολονότι τα ερείπια της Ελευσίνας μόλις διακρίνονταν στην επιφάνεια του εδάφους και δύσκολα μπορούσε να καταλάβει κανείς για τι ακριβώς επρόκειτο, το εύρος τους μας δίνει μια ιδέα των μεγαλόπρεπων κτιρίων που βρίσκονταν εκεί κατά την αρχαιότητα και της μεγάλης σημασίας των Μυστηρίων. […]
Αφού ακούσαμε μια μακρά σειρά διαλέξεων στα ερείπια και το μουσείο, που έδωσε σχεδόν αναγκαστικά ο ξεναγός, καθίσαμε στο τραπέζι, όπου οι αμαξάδες είχαν κουβαλήσει στο μεταξύ το καλάθι με τις λιχουδιές. Ήταν μια θυσία αντάξια της Δήμητρας, της θεάς της γονιμότητας. Κοτολέτες, ψητό κοτόπουλο, πίτες και φρούτα σε μεγάλες ποσότητες. Πρέπει να παραδεχτώ ότι το άφθονο κόκκινο κρασί από τις πλαγιές της Πάρνηθας αύξησε την αρμονία των εντυπώσεών μας. Το τραπέζι είχε στρωθεί κάτω από τον ανοικτό ουρανό, στη μέση του δρόμου. Ωστόσο, δεν μπορώ να πω ότι μας ενόχλησαν ιδιαίτερα οι περίεργοι. Οι σημερινοί κάτοικοι της Ελευσίνας είναι Αλβανοί, οι οποίοι ζουν ήδη περίπου έναν αιώνα εκεί, κοντά στην Αθήνα, αλλά εξακολουθούν να μιλούν τη δική τους γλώσσα. Τα ρούχα τους είναι ίδια με αυτά των Ελλήνων και η εξωτερική τους εμφάνιση δεν διαφέρει από την εμφάνιση των απλών Ελλήνων.
Πριν αναχωρήσουμε περπατήσαμε μέχρι τη θάλασσα και είδαμε τα βουβά κύματα που έσπαγαν πάνω στην πανάρχαια πέτρινη προβλήτα. Η έξοδος του κόλπου της Ελευσίνας κλείνεται από τη Σαλαμίνα, που βρίσκεται εγκάρσια μπροστά του αφήνοντας μόνο δύο στενά ανάμεσα στα δύο άκρα του και την ηπειρωτική χώρα. Βλέπαμε λοιπόν απέναντί μας ολόκληρη τη Σαλαμίνα.
Σε τούτο το σημείο έγινε η ξακουστή ναυμαχία που έσωσε την Ελλάδα. Ο χώρος ήταν πολύ περιορισμένος για δύο μεγάλους στόλους, ακριβώς τόσος ώστε οι Έλληνες να μπορούν να χρησιμοποιήσουν όλη την πολεμική τους δύναμη αλλά οι Πέρσες μόνο ένα μικρό μέρος της δικής τους. Όταν κοιτάζω την καθαρή χαμογελαστή επιφάνεια του νερού, που λάμπει γαλανό σαν τον ουρανό και πράσινο σαν το σμαράγδι, αισθάνομαι πως δεν θα μπορούσε να κρύβει στην αγκαλιά του τόσο οδυνηρές μνήμες.
Περάσαμε τη μέρα μας με ευχάριστες σκέψεις και μελέτες, είδαμε μέρη ξακουστά και πήραμε ευχαριστημένοι τον δρόμο της επιστροφής. Μολονότι κανένα εξωτερικό σημάδι στο τοπίο της Σαλαμίνας δεν οδηγεί τον νου σ’ αυτό το μακρινό παρελθόν, γνωρίζουμε πως εκεί συνέβησαν σπουδαία πράγματα κι αυτό σου δίνει ζωή. Επιστρέφεις με ψηλά το φρόνημα, σαν από εθνική γιορτή.
 Η νύχτα μάς είχε επιφυλάξει ένα ακόμα απρόσμενο θέαμα. Όταν φτάσαμε σ’ εκείνο το σημείο της κοιλάδας του Δαφνίου απ’ όπου ανοίγεται η θέα προς την πεδιάδα της Αθήνας, τα σύννεφα στον ορίζοντα είχαν ανοίξει και ο απογευματινός ήλιος έβαφε χρυσή την πόλη της Αθηνάς με τα παλάτια και τους ναούς της.
Μετάφραση από τα φινλανδικά: Μαρία Μαρτζούκου