ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΤΟΠΕΛΙΟΥΣ
 ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΞΩΤΙΚΩΝ
  
Στην άκρη του δρόμου βρισκόταν ένα όμορφο μικρό σπίτι πλημμυρισμένο στο φως. Τα κεριά σπινθηροβολούσαν στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, που ήταν στολισμένο με αστραφτερά αστέρια, λαμπερά ζαχαρωτά και κατακόκκινα μήλα. Πάνω στο τραπέζι ήταν αναμμένα κεριά μέσα σε μεγάλα κηροπήγια.
Τα παιδιά κάθονταν και περίμεναν με αγωνία. Ακόμα και ο παραμικρός ήχος από τον διάδρομο τα έκανε να μένουν ακίνητα στη θέση τους. Επιτέλους, έφτασε ο Άγιος Βασίλης.
«Υπάρχουν καλά παιδιά σ’ αυτό το σπίτι;» ρώτησε με τη βαριά φωνή του όπως συνήθιζε.
«Ναιαιαιαι!» απάντησαν τα παιδιά όλα μαζί σαν χορωδία.
«Εντάξει τότε. Κανένα σας δεν θα μείνει χωρίς δώρα. Θέλω όμως να σας πω κάτι. Φέτος θα πάρετε λιγότερα από πέρσι. Μόνο τα μισά».
«Γιατί;» ρώτησαν τα παιδιά.
«Θα σας πω. Έρχομαι από μακριά, από τον Βορρά. Στον δρόμο μου συνάντησα πολλά φτωχά παιδιά που δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε. Τους έδωσα λοιπόν κι εγώ τα μισά σας δώρα. Καλά δεν έκανα;»
«Βεβαίως, πολύ καλά έκανες!» φώναξαν τα παιδιά. Μόνο ο Ρίκι και η Λότα δεν έβγαλαν μιλιά. Τα προηγούμενα Χριστούγεννα ο Ρίκι είχε πάρει είκοσι δώρα και η Λότα είκοσι έξι. Και τώρα τα μισά και πρέπει να είναι κι ευχαριστημένα;
«Καλά δεν έκανα;» επανέλαβε ο Άγιος Βασίλης.
Τότε ο Ρίκι μούγκρισε: «Όχι! Απαίσια Χριστούγεννα φέτος. Τα ξωτικά θα περάσουν καλύτερα».
Η Λότα έβαλε τα κλάματα και μουρμούρισε: «Δηλαδή, θα πάρω μόνο δεκατρία δώρα; Τα ξωτικά θα περάσουν σίγουρα καλύτερα».
«Ε, τότε πάμε να δούμε» είπε ο Άγιος Βασίλης.
Άρπαξε λοιπόν τα παιδιά στην αγκαλιά του και μια και δυο πέταξε στον αέρα. Μέχρι να το καλοκαταλάβουν, ο Ρίκι και η Λότα βρέθηκαν πάνω στο χιόνι, στη μέση του πουθενά. Έκανε κρύο πολύ, χιόνιζε ασταμάτητα και από κάπου μακριά ακουγόταν το ουρλιαχτό των λύκων. Ο Άγιος Βασίλης όμως είχε χαθεί. Έπρεπε να προλάβει, να δώσει δώρα και σε πολλά άλλα παιδιά, σίγουρα πιο ευγενικά από τον Ρίκι και τη Λότα.
Τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν όσο μπορούσαν. Όσο περισσότερο όμως φώναζαν, τόσο πιο κοντά ακούγονταν οι λύκοι. Τέλος, ο Ρίκι είπε: «Έλα, Λότα, πρέπει να βρούμε καμιά καλύβα».
«Πάμε κατά κει. Βλέπω ένα φως να τρεμοσβήνει».
«Δεν είναι φως. Είναι ο πάγος που λαμπυρίζει μέσα στα κλαδιά των δέντρων», είπε ο Ρίκι.
«Εκεί πέρα όμως είναι ένα ψηλό βουνό, το βλέπεις;» είπε η Λότα.
«Ας πάμε κατά κει. Ίσως μπορέσουμε να δούμε κάτι», απάντησε ο Ρίκι.
Τα παιδιά ξεκίνησαν να σκαρφαλώνουν στη δασώδη πλαγιά του βουνού. Πότε χώνονταν στο χιόνι, πότε μέσα στους θάμνους. Τέλος, έφτασαν στην κορυφή του βουνού. Ξαφνικά πρόσεξαν ένα άνοιγμα από το οποίο ψιλόφεγγε ένα φως. Τα παιδιά μπήκαν μέσα στο άνοιγμα και μετά από λίγο παρατήρησαν έκπληκτα ότι βρίσκονταν στη σπηλιά των ξωτικών. Ήταν όμως αργά να κάνουν πίσω. Κι εκτός αυτού, οι λύκοι ακούγονταν ήδη πολύ κοντά.
Ο Ρίκι και η Λότα στάθηκαν. Μπροστά τους βρισκόταν μια τεράστια σάλα, όπου τα ξωτικά γιόρταζαν τα Χριστούγεννα. Χιλιάδες μικρά πλάσματα, γκρίζα και ζαρωμένα και σβέλτα. Αντί για κεριά, τα ξωτικά χρησιμοποιούσαν νεκρές πυγολαμπίδες που έβγαζαν ένα μυστηριώδες αχνό φως. Όταν όμως το φως δυνάμωνε, τα ξωτικά άρχιζαν να φωνάζουν: «Όχι τόσο φως! Όχι τόσο φως!»
Όπως ξέρουμε, ένα πράγμα απεχθάνονται τα ξωτικά, το λαμπερό φως. Γι’ αυτό και γιόρταζαν, γιατί παρατηρούσαν πως οι μέρες σιγά σιγά μίκραιναν όσο πλησίαζε το τέλος του χρόνου και οι νύχτες μεγάλωναν. Πίστευαν βαθιά ότι η νύχτα θα κρατούσε για πάντα. Αυτό ήταν που τα γέμιζε χαρά. Τα ξωτικά, βλέπετε, δεν ξέρουν τίποτα για τα Χριστούγεννα και τη σημασία τους.
Στο κέντρο της σάλας βρισκόταν κι ένα δέντρο στολισμένο με σταλακτίτες και λαμπερά κρύσταλλα πάγου. Στο τραπέζι τους υπήρχαν ένα σωρό φαγητά, από αυτά που συνηθίζουν να τρώνε. Φιδόπιτες και πόδια από αράχνες και άλλα πολλά. Ο τρομερός γίγαντας, ο βασιλιάς της Τούντρας, δεν ήταν πια μαζί τους. Το βασίλειό του το είχε κληρονομήσει ο Μούντους, ο πρίγκιπας της νύχτας και του σκότους. Ο Μούντους καθόταν στο κέντρο της σάλας έχοντας στο πλευρό του τη γυναίκα του, τη βασίλισσα Κάρο. Είχαν μάλιστα και οι δύο μακριά γενειάδα και πρόσφεραν ο ένας στον άλλο δώρα. Ο Μούντους πρόσφερε στην Κάρο ένα ζευγάρι ξυλοπόδαρα, που την έκαναν την ψηλότερη βασίλισσα του κόσμου. Η Κάρο από την πλευρά της πρόσφερε στον Μούντους έναν τεράστιο καντηλοσβήστη, τόσο μεγάλο, ώστε θα μπορούσε να σβήσει όλα τα κεριά και τα καντήλια του κόσμου.
Έπειτα από την ανταλλαγή των δώρων ο Μούντους έβγαλε λόγο στα ξωτικά του. Δήλωσε με στόμφο ότι σύντομα θα χανόταν και η τελευταία αχτίδα φωτός και τα ξωτικά θα κατακυρίευαν τον κόσμο. Εκείνα τότε άρχισαν να κραυγάζουν: «Ζήτω ο μεγάλος βασιλιάς μας, ο Μούντους, ζήτω η μεγάλη βασίλισσά μας, η Κάρο. Ζήτω! Ζήτω η εξουσία της νύχτας και του σκότους! Ζήτω!»
Ο Μούντους κάλεσε τότε τον αρχιπαρατηρητή του, που τον είχε στείλει στην κορυφή του βουνού να δει αν φαίνεται κανένα φως στον κόσμο.
Εκείνος παρουσιάστηκε και ανακοίνωσε: «Βασιλιά κι αφέντη μου, η εξουσία σου είναι τεράστια και απεριόριστη. Παντού επικρατεί μαύρο σκοτάδι».
«Ωραία!», απάντησε ο Μούντους. Έλα όμως πάλι σε λίγο να μου το επιβεβαιώσεις».
Ο αρχιπαρατηρητής ξαναπαρουσιάστηκε στον βασιλιά μετά από λίγο και του είπε: «Μακριά, στον ορίζοντα, βλέπω ένα μικρό φως. Μοιάζει με αστέρι που τρεμοπαίζει πίσω από τα βαριά σύννεφα».
«Ξαναδές το!» πρόσταξε ο Μούντους.
Μετά από λίγο ο αρχιπαρατηρητής επέστρεψε στον βασιλιά.
«Σύννεφα βαριά σκεπάζουν τώρα τον ουρανό και δεν φαίνεται ούτε μία αχτίδα φωτός».
«Υπέροχα!» φώναξε ο Μούντους. «Επιβεβαίωσέ το όμως ακόμα μια φορά!»
Όταν, επιτέλους, ο αρχιπαρατηρητής γύρισε, ο Μούντους δεν μπορούσε να μην προσέξει ότι το καημένο το ξωτικό έτρεμε από τον φόβο και είχε τυφλωθεί.
«Πιστέ μου αρχιπαρατηρητή, γιατί τρέμεις έτσι; Πώς τυφλώθηκες;» τον ρώτησε.
«Βασιλιά κι αφέντη μου, τα σύννεφα σκορπίστηκαν και στον ουρανό λάμπει ένα και μοναδικό αστέρι. Τόσο μεγάλο και λαμπερό αστέρι δεν έχω ξαναδεί. Με τύφλωσε το φως του.»
Ο Μούντους κάρφωσε τα μάτια του στον αρχιπαρατηρητή κι έπειτα άρχισε να κοιτάζει ανήσυχος ολόγυρά του. Τα ξωτικά στέκονταν ακίνητα, παράλυτα από τον φόβο. Τότε ο Μούντους γρύλισε: «Κανένα σας δεν ξέρει τι σημαίνει αυτό το παράξενο φαινόμενο; Είναι αλήθεια ότι ο κόσμος δεν σκοτείνιασε για πάντα κι ότι τον απειλεί μια νέα άγνωστη πηγή φωτός; Τι λέτε;»
Στο τέλος ένα γέρικο ξωτικό είπε: «Βασιλιά κι αφέντη μου, εδώ, στην πόρτα, βρίσκονται δύο ανθρωπάκια. Ίσως να ξέρουν κάτι περισσότερο από εμάς».

Έφεραν λοιπόν μπροστά στον θρόνο του Μούντους τον Ρίκι και τη Λότα, που έτσι κι αλλιώς είχαν κοκκαλώσει από τον τρόμο. Η βασίλισσα Κάρο όμως κατάλαβε πως τα παιδιά ήταν τρομαγμένα και είπε σε ένα ξωτικό που βρισκόταν κοντά της: «Φέρτε τους λίγο αίμα δράκου και λίγο κέλυφος σκαθαριού να δροσιστούν τα καημένα και να μπορέσουν να μιλήσουν».
Όταν το ξωτικό γύρισε, είπε στα παιδιά: «Φάτε και πιείτε, κακόμοιρα!»
Εκείνα όμως δεν άνοιξαν το στόμα τους.
Ο βασιλιάς Μούντους τα κοίταξε έντονα. «Πιστεύω πως καταλαβαίνετε ότι βρίσκεστε στα χέρια μου. Μπορώ να σας μεταμορφώσω σε κοράκια, ακόμα και σε αράχνες. Αν όμως απαντήσετε στις ερωτήσεις μου, θα επιστρέψετε στο σπίτι σας. Εντάξει;»
Τα παιδιά έγνεψαν καταφατικά.
«Λοιπόν», άρχισε ο Μούντους. «Ο κόσμος είναι κατασκότεινος, όπως συμβαίνει πάντα αυτή την εποχή. Είχε χαθεί ακόμα και η τελευταία αχτίδα φωτός. Είχα την εντύπωση ότι η αναμονή είχε τελειώσει και επιτέλους την εξουσία θα την έπαιρνα εγώ και τα ξωτικά μου. Ξαφνικά όμως και αναπάντεχα, εκεί, στην άκρη του ουρανού, άναψε ένα παράξενο φως, ένα λαμπερό αστέρι. Πείτε μου, λοιπόν, τι σημαίνει αυτό;»
«Είναι το άστρο των Χριστουγέννων. Ανάβει κάθε Χριστούγεννα στη Βηθλεέμ και φωτίζει από εκεί όλον τον κόσμο» απάντησε η Λότα.
«Γιατί αυτό το αστέρι λάμπει περισσότερο από τα άλλα;» ρώτησε ο Μούντους.
«Επειδή απόψε γεννήθηκε ο Σωτήρας. Αυτός είναι το λαμπερό φως που φωτίζει όλον τον κόσμο. Από απόψε το βράδυ οι μέρες θα αρχίσουν πάλι να μεγαλώνουν και να φωτίζουν όλο και περισσότερο» είπε ο Ρίκι.
Ο βασιλιάς Μούντους άρχισε να τρέμει και με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να ψιθυρίσει: «Και πώς τον λένε αυτόν τον κύριο του φωτός που θα σας σώσει από το σκοτάδι;».
Ο Ρίκι και η Λότα απάντησαν με μια φωνή: «Ιησού Χριστό. Είναι ο γιος του Θεού».
Δεν είχαν καλά καλά προλάβει να τελειώσουν τη φράση τους και το βουνό άρχισε να τρέμει. Ένας δυνατός αέρας διαπέρασε την σάλα κι έριξε κάτω τον βασιλιά και τον θρόνο του. Ένα λαμπερό φως εισχώρησε στα βάθη του βουνού. Τα ξωτικά έφυγαν ουρλιάζοντας. Από ψηλά ακούγονταν ψαλμωδίες αγγέλων, αλλά κανένα από τα δύο παιδιά δεν είχε το θάρρος να σηκώσει το κεφάλι και να κοιτάξει. Ο ύπνος έριξε αμέσως πάνω τους τα γλυκά του πέπλα κι αυτά αποκοιμήθηκαν όμορφα και δεν έμαθαν ποτέ τι άλλο συνέβη εκείνη τη νύχτα στο βουνό.
Ο Ρίκι και η Λότα ξύπνησαν έκπληκτοι στα κρεβάτια τους. Η γριά Κάισα είχε μόλις ανάψει τη φωτιά στο τζάκι.
«Σηκωθείτε γρήγορα, αλλιώς δεν θα προλάβετε την εκκλησία», τους είπε.
Ο Ρίκι και η Λότα πετάχτηκαν όρθιοι κοιτάζοντας την Κάισα με μάτια ορθάνοιχτα. Δεν ήταν μπροστά τους το μικρό ξωτικό με τη γενειάδα που προσπαθούσε να τους ταΐσει αίμα δράκου και κέλυφος σκαθαριού. Ήταν η δική τους, η αγαπημένη τους Κάισα, που τους έδειχνε χαμογελαστά τον καφέ που ήταν ήδη σερβιρισμένος στο τραπέζι. Τα Χριστούγεννα, βλέπετε, μπορούν ακόμα και τα παιδιά να πιουν καφέ και να φάνε πεντανόστιμα χριστουγεννιάτικα γλυκά. Απ’ έξω οι άνθρωποι περνούσαν σαν ποτάμι και πήγαιναν στην εκκλησία που ήταν πλημμυρισμένη στο φως των κεριών.
Ο Ρίκι και η Λότα κοιτάχτηκαν. Δεν υπήρχε λόγος να πουν στην Κάισα ότι μόλις είχαν επιστρέψει από τη γιορτή των ξωτικών. Σίγουρα θα γελούσε και θα ισχυριζόταν ότι όλο το βράδυ κοιμόντουσαν ήσυχα στα κρεβάτια τους.
Τι ακριβώς συνέβη δεν το ξέρω καλύτερα από εσάς, μικροί μου φίλοι. Κι ακούστε. Ακόμα κι αν ξέρουμε, ας κάνουμε πως δεν ξέρουμε τίποτα. Σύμφωνοι; Ένα πράγμα όμως ξέρω καλά.
Ότι το πνεύμα των Χριστουγέννων κατέκλυσε τον Ρίκι και τη Λότα κι αποφάσισαν να γίνουν πολύ καλά παιδιά. Λέτε να τα κατάφεραν; Καλύτερα να ρωτήσετε τα ίδια.

Απόδοση από τα φινλανδικά: Μαρία Μαρτζούκου

Τοπέλιους,Ζαχαρίας (Topelius, Ζacharias, 1818-1898): Συγγραφέας, δημοσιογράφος και παιδαγωγός, επηρέασε την ανάπτυξη της φινλανδικής κοινωνίας. Καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Ελσίνκι (1854-1878), ασχολήθηκε με τη συγγραφή σχολικών βιβλίων από τα οποία διδάχτηκαν πολλές γενιές Φινλανδών. Πρωτοστάτησε (με τον ποιητή Γιόχαν Λούντβιχ Ρούνεμπεργκ, τον φιλόσοφο Γιόχαν Βίλχελμ Σνέλμαν και τον γιατρό Ελίας Λένροτ, που συνέθεσε και το έπος Καλεβάλα) στην αφύπνιση της φινλανδικής εθνικής συνείδησης.