F.E.Sillanpää, ο βραβευμένος του Νόμπελ

Ο Φ.Ε. Σίλλανπάα, ο διασημότερος από τους συγγραφείς της σύγχρονης Φιλλανδίας, γεννήθηκε στις 16 του Σεπτέμβρη του1888 στην κωμόπολη Χάμεενκύρο, πούναι χτισμένη στη συνοριακή συμβολή δύο επαρχιών στα δυτικά της Φιλλανδίας. Οι πρόγονοί του ήταν χτηματίες ανεξάρτητοι από οικονομική πλευρά. Ωστόσο ο πατέρας του δεν είχε τίποτα δικό του, ούτε το σπίτι που κατοικούσαν, και δούλευε σε ξένα χωράφια. Τα παιδικά χρόνια του κατοπινού συγγραφέα πέρασαν ήρεμα κι’ ευτυχισμένα. Στα βιβλία του ο αναγνώστης συναντά πολλές αφηγήσεις για τις μοναχικές περιπλανήσεις και τις αθώες εκείνες αλητείες του μικρού παιδιού στους γελαστούς και γόνιμους κάμπους της πατρίδας του. Ύστερα ήρθανε τα χρόνια του σκολείου, η πρώτη του επαφή με την πολιτεία, το Τάμπερε, το «Φιλλανδέζικο Μάντσεστερ», καθώς το λένε. Ο Σίλλανπάα ήτανε καλός μαθητής, στα 1908 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Χελσίνκι για να παρακολουθήσει φυσικές επιστήμες. Τα πέντε χρόνια που αφιέρωσε στις πανεπιστημιακές μελέτες τον βοηθήσανε να σχηματίσει αυτή τη βιολογική και βαθύτατα πρωτότυπη «κοσμοθεωρία» του, που αποτελεί το φιλοσοφικό έρμα όλων των έργων του. Γνωρίζεται με τους φιλολογικούς και τους καλλιτεχνικούς κύκλους και γίνεται μέλος μιας ομάδας που μένει πιστή στην επαρχία και που διαπρεπέστερα μέλη της είναι ο μουσικός Ζαν Σιμπέλιους, ο ζωγράφος Έερο Γιάρνεφελτ[1]κι’ ο συγγραφέας Γιούχανι Άχο.[2]
Χωρίς να περιμένει τις εξετάσεις του, ο Σίλλανπάα γυρίζει απροσδόκητα το βράδυ των Χριστουγέννων του 1913 στο πατρικό του σπίτι. Περνά κάποια σφοδρότατη πνευματική κρίση, που τον αναγκάζει να εγκαταλείψει την επιστήμη για τα γράμματα, κι’ η επιστροφή του στο στενό περιβάλλον των παιδικών του χρόνων τον κάνει να προσχωρήσει σιγά-σιγά σ’ «εκείνη τη μορφή της ζωής όπου ανθούν η εργασία, η χαρά κι’ ο μόχθος», όπως θα πει αργότερα ο ίδιος.
Στα 1916 παντρεύεται μια νέα χωριάτισσα και δημοσιεύει το πρώτο του ρομάντσο. Πιο πριν είχε γράψει μερικά διηγήματα, που έκαναν πολύ καλή εντύπωση, κι’ ένιωσε παράφορους ενθουσιασμούς για μερικούς ξένους συγγραφείς, όπως ο Χάμσουν, ο Μαίτερλινκ κι ο Στρίντμπεργκ, που άσκησαν απάνω του μεγάλη επιρροή και ξύπνησαν το δημιουργικό του ταλέντο.
Ο Σίλλανπάα ζη τώρα στην πρωτεύουσα της χώρας του, το Χελσίνκι, κι’ η μεγαλοπρεπής φυσιογνωμία του με τον πληθωρικόν αυθορμητισμό της ξεχωρίζει ανάμεσα στον εκλεκτότερο φιλολογικό και καλλιτεχνικό κόσμο της πρωτεύουσας. Όσο για τις πολιτικές πεποιθήσεις του, ο Σίλλανπάα μένει πιστός στο σκανδιναυικό χαραχτήρα της Φιλλανδίας και προς την κατεύθυνση τούτη εργάστηκε πάντα με φανατισμό.
Το πρωτόλειό του «Η Ζωή κι’ ο Ήλιος» αποκάλυπτε σπάνιες συγγραφικές ικανότητες, και τα διηγήματά του, που αργότερα, στα 1917, τάβγαλε σε τόμο, δέχτηκαν τον θερμόν έπαινον της κριτικής. Μολονότι η φιλλανδική λογοτεχνία από την εποχή του Άχο, ήταν πολύ κοντά στη φύση κι’ εμποτισμένη από λεπτότατο λυρισμό, το έργο του Σίλλανπάα παραμένει ωστόσο απαράβλητο. Το θέμα του ρομάντσου είναι πολύ απλό. Περιγράφει τα συναισθήματα ενός νέου και δύο νέων γυναικών κάποιες καλοκαιρινές βδομάδες. Ο συγγραφέας ζωγραφίζει με λεπτότατες αποχρώσεις την παράλληλη ωρίμανση της καλοκαιριάτικης φύσης και των συναισθημάτων στους ήρωές του, που με μια παράξενη παθητικότητα κι’ αυτοεγκατάλειψη, αφήνονται στην ηδονή του να «υποστούν» τη ζωή μ’ όλες τους τις αισθήσεις. Ο Σίλλανπάα αρέσκεται να βλέπει τη ζωή από πολλές πλευρές. Διαβάζοντάς τον, νομίζει κανείς πως προσπαθεί να μεταφράσει σε ποίηση τη σχετικότητα.
Τα πρώτα διηγήματά του περιέχουν μερικά χαραχτηριστικά πορτραίτα προσώπων, ολότελα ασήμαντων στην πρώτη ματιά, όπως είναι, λόγου χάρη, οι υποταχτικοί ενός αγροχτήματος, μα που μεσ’ από τούτα ακριβώς ξεχωρίζει ο άνθρωπος που ζει στις πιο μυστικές κι’ εσώτερες περιοχές του είναι. Στις καλύτερες απ’ τις νουβέλλες του, ο Σίλλανπάα φαίνεται να δίνει ζωή σ’ ένα «εσώτερο χρόνο». Επικαλείται, σε μικρότερο βέβαια βαθμό παρ’ ό,τι ο Μαρσέλ Προυστ κι’ ο Τζαίημς Τζόυς, την ανάμνηση της ψυχής. Κάποτε προσπαθεί να επιτύχει μια συνολική εντύπωση που θυμίζει τον «ομοψυχισμό» του Ζυλ Ρομαίν. Ο Σίλλανπάα είναι ο πρώτος μεγάλος σύγχρονος της Φιλλανδικής λογοτεχνίας.
Η τραγική πείρα του Πολέμου, που σ’ αυτόν η Φιλλανδία χρωστά την ανεξαρτησία της, αποτελεί το φόντο του μυθιστορήματός του «Αγία Δυστυχία», που ανέβασε τον Σίλλανπάα στην πρώτη γραμμή των Φιλλανδών συγγραφέων. Το μυθιστόρημα τούτο πρωτοδημοσιεύθηκε στα 1919. Αναλύοντας με την ήρεμη διάθεση του φιλοσόφου την κοινωνία, ο συγγραφέας ήθελε να ξεφύγει από την κατάθλιψη που βάραινε τους συμπατριώτες του σ’ όλην αυτή την αποφασιστική δοκιμασία. Ο λυρικός ζωγράφος των φευγαλέων εντυπώσεων έγινε αυστηρός και αντικειμενικός αφηγητής. Είναι η «ιστορία ενός επεισοδίου». Το κύριο πρόσωπο είν’ ένας παρίας της υπαίθρου, ένας απλός και ράθυμος χωριάτης, που τον παρασέρνει η ανεμοθύελλα της κόκκινης επανάστασης. Ο συγγραφέας προσπαθεί ν’ αποδείξει πώς ο Γιούχα Τόιβολα, ο άνθρωπος αυτός με το νωθρό πνεύμα, του οποίου η ζωή δεν είναι παρά αδιάσπαστη συνέχεια άχαρων και στεγνών ημερών, βρίσκεται ξαφνικά υποχρεωμένος να πάρει μιαν απόφαση που ξεπερνά τις δυνάμεις του. Ο συγγραφέας νιώθει ζωηρόν οίκτο μπροστά σ’ αυτό το «δράμα του πρωτόγονου ανθρώπου», για να χρησιμοποιήσουμε τον ορισμό ενός βιογράφου του Σίλλανπάα, του Τ. Βάασκιβι.[3]Η ίδια βαθειά κατανόηση των νικημένων της ζωής αναδίδεται από τη συλλογή διηγημάτων «Αγαπημένη Πατρίδα» (1920), όπου ο συγγραφέας, γιομάτος μελαγχολία, πρόσβλεπε τη ζωή των «κορυφών που την κατακαλύπτουν!»
Τα χρόνια που ακολουθούν φέρνουν ένα κάποιο σταμάτημα στο επικό έργο του Σίλλανπάα. Υλικές και άλλες φροντίδες τον εμποδίζουν να πραγματοποιήσει τα μεγάλα σχέδια που εγκυμονεί. Γνωρίζεται με τα έργα του Σπένγκλερ, που τον γοητεύουνε με τη μορφολογική τους θεώρηση της ανθρώπινης ειμαρμένης. Λογαριάζει να γράψει ένα μεγάλο μυθιστόρημα, του οποίου η δράση θα ήτανε στην εποχή του Χριστού. Στα 1923 τελειώνει μια μεγάλη νουβέλλα «Χίλτου και Ράγκναρ», όπου αφηγείται, σ’ ένα σχεδόν νατουραλιστικό στυλ, την ιστορία μιας χωριάτισσας που ο σύνδεσμός της μ’ ένα νέο της πολιτείας την οδηγεί στην αυτοκτονία.
Όμως η δημιουργική ιδιοφυία του Σίλλανπάα προσανατολίζεται ασυναίσθητα σε περιοχές όπου ελάχιστοι από τους θαυμαστές του θα φαντάζονταν πως έπρεπε να τον ακολουθήσουν. Οι περιγραφές του, που μαρτυρούνε μια τέχνη που έφτασε στον ανώτατο βαθμό της τελειοποίησής της, έχουνε τη φινέτσα της μινιατούρας: Οι «Προστατευόμενοι των αγγέλων», στα 1923, περιλαμβάνουν παιδικά πορτρέτα που μαρτυρούν τρυφερώτατη συγγραφική παρατήρηση, καθώς κι’ ένα ψυχολογικό δοκίμιο, όπου ο συγγραφέας αναλύει τις ηθικές αντιλήψεις του και μας λέει πώς βλέπει τον κόσμο. Ένας ωριμασμένος ρεαλισμός χαρακτηρίζει τις χωριάτικες νουβέλλες του βιβλίου «Κολλημένος στη Γη», που δημοσιεύτηκε στα 1924. Ύστερα βρίσκουμε στη συλλογή «Τόλλινμάκι» (1925) διηγήματα όπου ο συγγραφέας, θέλοντας να επιτύχει έναν τρόπο έκφρασης όσο το δυνατόν άμεσο και φυσικό, περιγράφει τον εαυτό του και το περιβάλλον του. Ο φιλοσοφικός στοχασμός του και οι προσπάθειες για μια πνευματική αποκρυστάλλωση κατέχουν σημαντικό μέρος στις συλλογές του «Εξομολόγηση» (1928) και «Ευχαριστώ, Κύριε» (1930). Η χρονολογικά τελευταία από τις συλλογές αυτές «Η Δεκάτη Πέμπτη» (1936), μας μαρτυρεί ότι ο συγγραφέας μελέτησε τις διάφορες απόψεις της ζωής της γης του όχι μόνο σαν ποιητής, μα και σαν κριτικός και διανοητής, σα θερμός μορφολόγος της πνευματικής ζωής της χώρας του.
Τα νεανικά έργα του Σίλλανπάα αποτελούσαν, από την πρώτη στιγμή, σκανδιναυικά φιλολογικά γεγονότα. Η δημοσίευση του μεγάλου ρομάντσου του «Νεκρή νέα» ήταν ένα πανευρωπαϊκό φιλολογικό γεγονός. Είναι η βιογραφία δύο ψυχών, η ιστορία ενός άντρα και της κόρης του, στους οποίους η εξασθενημένη ζωτικότητα μακρυάς σειράς ελευθέρων γαιοκτημόνων ανθεί στην ωραιότερή της άνθηση προτού σβυστεί ολότελα. Ο συγγραφέας ο ίδιος είχε διευκρινίσει πως ήθελε να ζωγραφίσει στη Σίλια, τη νέαν ηρωίδα, τη νέα Φιλλανδή σ’ όλη την παρθενική αγνότητά της, τέτοια καθώς του φάνηκε σε μιαν εποχή πυρετική και σπαραγμένη από πάθη. Το πλαίσιο του μυθιστορήματος αποτελείται από ένα αγροτικό περιβάλλον που περιγράφεται από εμπειρότατο χέρι, κι’ όπου κάνουν την πρώιμην εμφάνισή τους τα προδρομικά σημάδια του νεώτερου πολιτισμού. Σ’ αυτόν τον πλατύ ζωγραφικό πίνακα ξεχωρίζει η αξέχαστη στον αγνό και φωτεινό λυρισμό της μορφή της Σίλιας Σάλμελους, που φωτίζεται διπλά από τους φανούς του έρωτα και του θανάτου. Η μισοκοιμισμένη ακόμα ηλικία της ανάπτυξης της νέας κόρης προηγείται του φωτεινού της πρωιού, κι’ ο πρώτος έρωτας της ανθισμένης ζωής περιβάλλεται από μια θριαμβευτική, σχεδόν υπερανθρώπινη, φωταύγεια στην επαφή με το θάνατο που καιροφυλακτεί. Η φαντασία ενός πραγματικού «μαιτρ» είναι κατάδηλη στη «Νεκρή νέα», και της δίνει τη σφραγίδα μιας βαθύτατα πρωτογνώριστης αρμονίας, που αποτελεί άλλωστε και τη λυδία λίθο της κλασικής τέχνης.
Στο κατοπινό του ρομάντσο «Δρόμος ανθρώπου» (1932), ο Σίλλανπάα καταπιάνεται μ’ ένα θέμα ακόμα σιμώτερο στη γη. Το κύριο πρόσωπο, ένας νέας γαιοκτήμονας, παρατάει μια που αγαπούσε στα νιάτα του και παντρεύεται μιαν άλλη, με πλούσια προίκα αλλ’ ασθενική. Όταν η τελευταία αυτή πέθανε, ο Πάαβο Άρολα ξεπέφτει σε κακούς δρόμους. Δεν γίνεται πραγματικά άντρας σ’ όλη του την πλεριοσύνη, παρά αφού ενώσει τη μοίρα του με τη δυνατή και σφρυγηλή γυναίκα που βαθειές «εκλεκτικές συγγένειες» των ενστίκτων του προώριζαν. Το ρωμαλέο αυτό βιβλίο, θυμίζει από ορισμένες αν το πάρει κανείς πλευρές, τον Δ. Λώρενς. Κάτω από τον ήλιο και το φεγγάρι, η γόνιμη γη κι’ ο έρωτάς της φτάνει στο λογικό του τέρμα. Η επίδραση της Φύσης, που φανερώνεται παντού και από παντού κυριαρχεί, περιγράφεται κατά τρόπο σχεδόν μαγικό στην αληθινά «επική σειρά»: «Ζωές στη νύχτα του καλοκαιριού» (1934), όπου ο Σίλλανπάα φτάνει σ’ έναν αληθινό άθλο, πετυχαίνοντας να μας δημιουργήσει την αυταπάτη πως οι άνθρωποι τούτοι κι’ αυτές οι γυναίκες είναι δεσμώτες της ατελείωτης νύχτας του καλοκαιριού, αυτής της αλλόκοτης κι’ απατηλής φωταύγειας. Το δυναμικό ελατήριο που τους σπρώχνει σε δράση είναι «περ’ από το καλό και το κακό» αντλεί τη δύναμή του από κοσμογονικά βάθη άγνωστα στους ανθρώπους.
Λίγοι συγγραφείς κατώρθωσαν να φωτίσουν, από ένα μικρό κι’ ασήμαντο αγροτικό κέντρο, μια ζωή τόσο ποικίλη και δυσπερίγραπτα μεγάλη και πλούσια, όπως αυτή που συναντούμε στα βιβλία του Σίλλανπάα. Ίσως ποτέ να μην έγινε άξιος του τίτλου του μυθιστοριογράφου κατά την έννοια του όρου που αναγνωρίζουμε στους πλείστους «δασκάλους» του μυθιστορήματος. Ποιητής και στοχαστής, ζωγραφίζει μ’ αγάπη ψυχικές καταστάσεις, που φέρνουν τη σφραγίδα ενός λεπταίσθητου λυρισμού και φωτίζει μ’ έναν τρόπο εντελώς προσωπικό τις ψυχικές αντιδράσεις και τις πρωταρχικές αιτίες των πράξεών μας. Δε νομίζουμε πως υπερβάλλουμε αν πούμε πως θα ήτανε δύσκολο να βρούμε στη σύγχρονη λογοτεχνία κάποιον που να έχει τη δική του αντίληψη της φύσης και του ανθρώπου. Οι αναγνώστες του μαθαίνουν να βλέπουν τη ζωή με καινούργιο τρόπο, πλουσιώτερο, που βρίσκεται σε διαρκή και στενή συνάφεια με τις άπειρες απόψεις της ανθρώπινης ζωής. Ο Σίλλανπάα γνωρίζει την τέχνη να μας δείχνει τη ζωή από μια πλευρά παράξενα οργανική. Η ζωή ξεπηδάει απ’ τη γνήσια πηγή της σ’ αυτόν, γίνεται μύθος και μας κάνει να διαισθανόμαστε τον πρωτόγονο άνθρωπο. Ο Σίλλανπάα είναι ο ραβδοσκόπος του ενστίκτου, του οποίου αποκαλύπτει τις εκφράσεις εκείνες που βρίσκονται κρυμμένες στα μυχιαίτατα του ανθρώπου. Κι’ η ποίηση του, λουσμένη από μια παράξενη βαθειάν απλοϊκότητα, μας ξαναφέρνει σ’ αυτή τη μυστική επαφή με τη φύση που είχαμε χάσει.
LAURIVILJANEN[4]
Νέα Εστία, τχ.313, 1 Ιανουαρίου 1940



[1] Γιάρνεφελτ, Έερο (Järnefelt, Εero Nikolai, 1863-1937): Ζωγράφος και καθηγητής, από τους σπουδαιότερους της εποχής του, αδελφός του συγγραφέα Άρβιντ Γιάρνεφελτ. Σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης, το Παρίσι και την Ιταλία. Μέλος και πρόεδρος (1930-34) της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Φινλανδίας.
[2] Άχο, Γιούχανι (Aho, Juhani, 1861-1921): Ένας από τους μεγαλύτερους Φινλανδούς συγγραφείς και από τους γνωστότερους στην Ευρώπη. Στη δεκαετία του 1890 τα έργα του είχαν ήδη μεταφραστεί σε δέκα γλώσσες. Ρεαλιστής στην αρχή, απεικονίζει στα έργα του την πάλη του παλιού με το νέο, όπως για παράδειγμα στο μυθιστόρημα Ο Σιδηρόδρομος (Rautatie, 1884), στο οποίο περιγράφει το πρώτο ταξίδι ενός ηλικιωμένου ζευγαριού από την επαρχία στην πρωτεύουσα και μάλιστα με το καινούργιο μέσο. Αργότερα πέρασε στον νατουραλισμό και στον νεορομαντισμό. Το μυθιστόρημα Η γυναίκα του παπά (Papin rouva, 1895), με πολύ καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες και λυρικότατες περιγραφές της φύσης, θεωρείται το σπουδαιότερο έργο του. Ο Άχο υπήρξε επίσης μάστορας του διηγήματος. Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί μια συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο Ο Κατατρεγμένος και άλλα διηγήματα (εκδ. Βασιλείου, Αθήνα 1921, μφρ. Λ. Κουκούλας).
[3] Tάτου Βάασκίβι (Tatu Vaaskivi, 1912-1942): Συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος.
[4] Λάουρι Βίλγιανεν (Lauri Viljanen, 1900-1984): Ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής. Διετέλεσε καθηγητής λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια του Τούρκου (1926-1950) και του Ελσίνκι (1954-1967).